Wednesday, August 19, 2015

Γιάννης Βαρουφάκης, Μιλώντας στην κόρη μου για την οικονομία, 2013

Στο βιβλίο αυτό, ο Γιάννης Βαρουφάκης παίρνει τη θέση ότι ενόψει της «πρόσφατης κατάρρευσης της κοινωνικής οικονομίας» υπάρχουν αποφάσεις που αν τις ελάμβαναν οι κρατούντες θα έφερναν τη λύτρωση των κοινωνιών μας στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, στον κόσμο όλον» και προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτοί «αρνούνται πεισματικά» να τις λάβουν.

Καταρχήν το βιβλίο επιχειρεί να δώσει μια λογική εξήγηση γιατί στον κόσμο αυτό υπάρχει τόση ανισότητα. Ότι δηλαδή, «ενώ όλα τα μωρά γεννιούνται το ίδιο γυμνά, κάποια είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα ντυθούν με πανάκριβα ρουχαλάκια, ενώ άλλα είναι καταδικασμένα στην πείνα, στην εκμετάλλευση, στην εξαθλίωση». Ο Βαρουφάκης ζητά από την κόρη του να κρατήσει στην ψυχή της «την απόρριψη αυτής της πραγματικότητας ως “λογικής”, “φυσικής”, “δίκαιης”». Στην προσπάθειά του αυτή, εξηγεί γιατί οι Βρετανοί εισέβαλαν στην Αυστραλία και όχι οι Αβορίγινες στην Αγγλία: «Το κλειδί δεν είναι άλλο από τη συσσώρευση αγροτικών πλεονασμάτων και τη σχετική ευκολία, ή δυσκολία, γεωγραφικής επέκτασης των γεωργικών καλλιεργειών…», και όχι επειδή κάποιοι λαοί είναι πιο έξυπνοι από άλλους. Η εξήγηση όμως αυτή δεν προσφέρει απάντηση στο εύλογο ερώτημα οποιουδήποτε αναγνώστη γιατί αυτό έγινε από τους ευρωπαίους και όχι από τους κατοίκους της Μεσοποταμίας που όπως παραθέτει ο συγγραφέας δημιούργησαν αγροτικά πλεονάσματα, χρέος και χρήμα πολύ πριν τους ευρωπαίους; Παρόλο που δεν ισχυρίζομαι ότι έχω ερευνήσει το θέμα, μια καλύτερη εξήγηση θα ήταν ότι η μεγαλύτερη ανάγκη των βορειο-ευρωπαίων να προσαρμόσουν το περιβάλλον τους στις ανάγκες τους ώστε να επιβιώνουν στις δυσκολίες του παγωμένου χειμώνα, τους ανάγκασε να χρησιμοποιήσουν την τέχνη της φωτιάς και στη συνέχεια της μετατροπής  ενέργειας, της μεταλλουργίας και της τεχνολογίας, πολύ περισσότερο από τους κατοίκους  ηπιότερων κλιματολογικών συνθηκών. Ή από εκείνους που η χαμηλή πυκνότητα πληθυσμών τους επέτρεπε να ζουν νομαδική ζωή και να ακολουθούν την τροφή τους, χωρίς να εμπλέκονται σε πολέμους με άλλους ανθρώπους.

Ο Βαρουφάκης ισχυρίζεται ότι «Ο θρίαμβος των ανταλλακτικών αξιών επί των βιωματικών άλλαξε τον κόσμο. τόσο προς το καλύτερο όσο και προς το χειρότερο. Ταυτόχρονα!». Στο υπόλοιπο όμως βιβλίο προβάλλει μόνο τα χειρότερα.

«Η Βιομηχανική Επανάσταση δημιούργησε τη μεγάλη Αντίφαση: τη συνύπαρξη αμύθητου πλούτου και ανείπωτης δυστυχίας». Για να εξηγήσει το χρέος χρησιμοποιεί το διάσημο θεατρικό έργο του Κρίστοφερ Μάρλου, Δρ. Φάουστους, την «ιστορία της πώλησης της Ψυχής του Φάουστ στον Μεφιστοφελή» με αντάλλαγμα πλήθος απολαύσεων για είκοσι χρόνια». «Το χρέος είναι για τις κοινωνίες της αγοράς ό,τι η Κόλαση για τον χριστιανισμό: τόσο απαραίτητο όσο είναι δυσάρεστο!». Εξηγεί ότι «…ο βασικός ρόλος του τραπεζίτη έπαψε να είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ δανειστών και καταθετών. Στις εξελιγμένες κοινωνίες της αγοράς, ο τραπεζίτης δεν αντλεί υπάρχουσα αξία από τον ένα για να δώσει στον άλλο. Την αντλεί από το μέλλον για να τη δώσει στο παρόν». Εκείνο που δεν εξηγεί είναι ότι ο τραπεζίτης αντλεί αξία από το μέλλον εκείνων που δανείζονται, οι οποίοι αναλαμβάνουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις και συνέπειες στην περίπτωση που αυτές δεν τηρηθούν. Ότι κάποιοι καταφέρνουν με τον τρόπο αυτό να προοδεύουν, ξεπληρώνοντας τα χρέη τους και δημιουργώντας πλεονάσματα, ενώ κάποιοι άλλοι, είτε εσκεμμένα είτε από κακοτυχία, παριστάνουν τον Φάουστ και προσπαθούν να ξεγελάσουν τον «κακό» Μεφιστοφελή ο οποίος, αν δεν παραδώσει τη ψυχή του Φάουστ, κινδυνεύει να κληθεί να παραδώσει τη δική του.  «Κι΄επειδή οι τραπεζίτες έχουν μεγαλύτερη οικονομική εξουσία πάνω στους πολιτικούς προϊσταμένους των κρατικών θεσμών (οι οποίοι υποτίθεται ελέγχουν και πειθαρχούν τους τραπεζίτες) απ΄ό,τι οι απλοί πολίτες, οι τραπεζίτες τείνουν να επικρατούν …Χρέος, κέρδος, πλούτη, κραχ, κρίση. Είναι όλα τους συστατικά ενός δράματος το οποίο φτάνει μάλιστα τα όρια του παραλόγου όταν, μετά από κρίσεις που οφείλονται στην ύβρη των ισχυρών, ιδίως των τραπεζιτών, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι οι οποίοι απορρίπτουν μετά βδελυγμίας την ιδέα ενός κράτους αρωγού εκείνων που έχουν πραγματική ανάγκη θεωρούν δικαίωμά τους να απαιτούν από το κράτος άπειρες ενέσεις χρήματος όταν οι ίδιοι αποκτούν πρόβλημα».

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί παραδείγματα από της ιστορία του Δρα Βίκτωρα Φράνγκεσταιν, και τις ταινίες Bladerunner και Matrix ως παραδείγματα αποκάλυψης του φόβου υποδούλωσης των ανθρώπων απέναντι στα τεχνολογικά δημιουργήματά τους. «Από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά, από τότε που οι μηχανές άρχισαν να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή, η επιλογή μας ήταν μεταξύ: (α) του να συμμορφωθούμε στις ανάγκες της εκμηχάνισης της παραγωγής, μετατρεπόμενοι σε εξαρτήματα των μηχανών, των δικτύων, των αναγκών της παραγωγής και (β) του να μείνουμε στα αζήτητα της αγοράς εργασίας».

Και ξαφνικά, στη σελίδα 115, ο συγγραφέας προτείνει τη λύση σε όλα τα προβλήματα που εντόπισε προηγουμένως: «Και όταν το παρόν αδυνατεί να αποπληρώσει το μέλλον, μία είναι η κατάληξη: να συγχωρεθεί αυτό το χρέος – να διαγραφεί …Μόνο αν ξεσηκωθεί η κοινωνία, και απαιτήσει συντονισμένη κρατική παρέμβαση διαγραφής των χρεών αυτών, μπορεί να υπάρξει βελτίωση. Μόνο έτσι μπορεί να καθαρίσει η ατμόσφαιρα από την καταχνιά του χρέους ώστε να μπει μπροστά η διαδικασία ανάκαμψης.  Υπάρχει βέβαια και η κάκιστη περίπτωση που αναγκάζει τους πολιτικούς να διαγράψουν χρέη, που καταστρέφει μηχανήματα και κτίρια (μαζί με χιλιάδες ανθρώπων), και έτσι «δολοφονεί» στο άψε σβήσε την κρίση …έως ότου μια πολιτική ανατροπή είτε ένας πόλεμος πατήσει το “Delete” στο χρέος και αρχίσουμε πάλι από την αρχή, πιο φτωχοί, πιο διχασμένοι, λιγότερο άνθρωποι, σε μια Γη, βιολογικά φτωχότερη.» O συγγραφέας δεν εξετάζει τις αρνητικές επιπτώσεις της διαγραφής χρεών, ούτε κατά πόσο το όφελος θα υπερβεί ποτέ το κόστος για το σύνολο των πολιτών ή της κοινωνίας, ούτε καν κατά πόσο οποιοδήποτε κράτος έχει το δικαίωμα ή την εξουσία να επιβάλει τη διαγραφή χρεών, ούτε κατά πόσο κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια καταστροφική επανάσταση ή ένα πόλεμο, δηλαδή χωρίς τη χρήση βίας και καταναγκασμού, ώστε τελικά τι; Να αντικαταστήσει τη δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης για όσους επιλέγουν να δανειστούν από το μέλλον τους με τι; Να αντικαταστήσει το νομικό πλαίσιο πτώχευσης με τι; Να αντικαταστήσει την ελεύθερη και εκούσια σύναψη συμφωνιών με τι; Η λύση στο πρόβλημα συνομωσίας τραπεζιτών- πολιτικών κύριε Βαρουφάκη,  δεν είναι η διαγραφή χρεών, ώστε όλοι αυτοί οι κλέφτες να ξεφεύγουν από τις υποχρεώσεις τους ή τις συνέπειες της πτώχευσής τους, τάχατε για την προστασία του απλού άτυχου κόσμου. Η κοινωνία μπορεί να εξεύρει άλλους καλύτερους τρόπους για να προστατέψει τους άτυχους που πραγματικά έχουν ανάγκη, και τους οποίους οι ανίκανοι τραπεζίτες και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί χρησιμοποιούν ως ομήρους για να διατηρήσουν τα κλεπτοκρατικά προνόμιά τους. Η λύση κύριε Βαρουφάκη, είναι η δημιουργία μίας έννομης τάξης ώστε όλοι αυτοί οι λαοπλάνοι κλέφτες να εκδιώκονται από τα αξιώματά τους και να υπόκεινται σε αυστηρές και παραδειγματικές συνέπειες.

Το βιβλίο αναλύει στη συνέχεια γιατί η εργασία και το χρήμα «είναι τα απαραίτητα γρανάζια του κινητήρα των κοινωνιών της αγοράς»  (ως και θα μπορούσε να υπάρξει καμιά κοινωνία χωρίς αυτά τα γρανάζια) και υποδεικνύει πως αυτά διαφέρουν από άλλα εμπορεύματα. Παραθέτει παραδείγματα από τη θεωρία των παιγνίων και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι ανάμεσα στην επιδίωξη του προσωπικού ή συλλογικού συμφέροντος, την αισιοδοξία ή την απαισιοδοξία για το μέλλον, και πως αυτά μπορούν να καθορίσουν το μέλλον ως αυτό-εκπληρωμένες προφητείες. Επίσης, πως οι άνθρωποι, παρόλη την υποτιθέμενη ευφυΐα τους, συμπεριφέρονται τελικά ως ηλίθιοι ιοί που καταστρέφουν το φυσικό τους περιβάλλον, σε αντίθεση με τους πιο εξελιγμένους ιούς που αποφεύγουν να σκοτώσουν τους οργανισμούς στους οποίους καταφεύγουν.    Μία ενδιαφέρουσα επισήμανση του βιβλίου είναι ότι η αγγλική λέξη idiot (ηλίθιος) προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ιδιώτης: του ανθρώπου που ασχολείται με τις προσωπικές του υποθέσεις αντί με τα κοινά.

Στη σελίδα 163, ο συγγραφέας προτείνει ακόμη μία λύση σύνθημα: «Η μόνη λύση: Δημοκρατία κόντρα στις ανταλλακτικές αξίες …για να σωθεί ο πλανήτης από τις ανθρώπινες κοινωνίες της αγοράς, το κράτος είναι απαραίτητο. είτε προκειμένου να αναλάβει εκ μέρους των πολιτών τη διαχείριση του φυσικού πλούτου που οι αγορές, οι ιδιώτες, ο καθένας μας κατ΄ιδίαν, σπαταλούμε ανοήτως και εγκληματικά είτε για να δημιουργήσει τεχνητές αγορές «κακών», δηλαδή να ιδιωτικοποιήσει τον φυσικό πλούτο και να δώσει ιδιωτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα επ’ αυτού σε όσους έχουν να πληρώσουν γι’ αυτά, και ανάλογα με τα ποσά που διαθέτουν».  Το πρόβλημα όμως, που δεν το αναδεικνύει ο συγγραφέας, είναι ότι τα κράτη, δημοκρατικά και μη, ήδη διαχειρίζονται τα κοινά που έχουν συλλογική βιωματική αλλά όχι ανταλλακτική αξία, πολλές φορές με τραγικά αποτελέσματα, κυρίως λόγω της ανικανότητας ή της διαφθοράς των κρατικών αξιωματούχων. Μια καλύτερη και πιο διαφανής λύση από αυτήν που προτείνει ο συγγραφέας είναι η αύξηση της φορολογίας όλων εκείνων των δραστηριοτήτων που θεωρούνται ότι καταστρέφουν το φυσικό περιβάλλον (όπως πχ η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων) πράγμα που πολύ λίγες δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να κάνουν …και να επανεκλεγούν.

Ο Βαρουφάκης τελειώνει το βιβλίο με κάποιες πολύ ορθές επισημάνσεις:
  1. «Μπορεί να το αντιπαθούμε, όμως το κράτος είναι σε τελική ανάλυση, η μοναδική μας ελπίδα για να ζούμε πολιτισμένα και με ασφάλεια. Απομένει να βρούμε τη δύναμη να το ελέγχουμε συλλογικά και όχι να το αφήνουμε να μετατρέπεται στον ατζέντη επιμέρους συμφερόντων»
  2.  «Αυτό που υπάρχει είναι η κριτική σκέψη και το πείσμα να μην αποδεχθείς ποτέ κάτι επειδή σ’ το είπαν ή επειδή αυτό πιστεύουν οι ισχυροί, η πλειοψηφία, οι “άλλοι”».
Εξασκήστε λοιπόν την κριτική σας σκέψη και μην πιστέψετε όλα όσα γράφει ο Βαρουφάκης, που στο τέλος της ημέρας απλά υπερασπίζεται τα συμφέροντα των χρεωστών έναντι εκείνων των πιστωτών. Η πραγματικότητα είναι ότι τα κράτη είναι αυτά που είναι επειδή οι πλείστοι προύχοντες, οι πλούσιοι, οι αξιωματούχοι, που ζουν στα κράτη αυτά, έτσι τα θέλουν να είναι. Σε κράτη όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου οι προύχοντες διατηρούν τα πλεονάσματά τους σε Ελβετικές και άλλες ξένες τράπεζες, αυτοί επιθυμούν αδύνατα κράτη με αδύναμα νομικά συστήματα και χαμηλούς φόρους κερδών και εισοδημάτων, ώστε να μπορούν να καταχρούνται ανεξέλεγκτα τη θέση και την εξουσία τους και να συσσωρεύουν περισσότερο πλούτο στις ξένες τράπεζες. Ώστε να μπορούν να συσσωρεύουν χρέη στις γηγενής τράπεζες, και να ξεφεύγουν από την υποχρέωση να τα ξεπληρώνουν. Να κρατούν ομήρους στην ανέχεια τους άτυχους πολίτες, ώστε να εξασφαλίζουν (με ψεύτικες υποσχέσεις) την απαραίτητη λαϊκή ψήφο για να συνεχίζουν να επιδιώκουν τα αλλότρια κίνητρά τους. Στην Αμερική, στη Γερμανία κ.ο.κ. οι προύχοντες βασίζονται στο κράτος για να προστατεύει την ιδιοκτησία και τη θέση τους. Κατά συνέπεια επιδιώκουν, ως επί το πλείστον, ισχυρά κράτη με ισχυρά νομικά συστήματα, όπου ο καθένας συνεισφέρει με βάση τις δυνατότητές του. Όπου παρέχονται οι ευκαιρίες στους πολίτες να αξιοποιήσουν τα ταλέντα τους για να γίνουν προύχοντες, πλούσιοι, αξιωματούχοι. Όπου μετά από κάθε κρίση ή αποτυχία, μαθαίνουν από τα λάθη τους. Στο τέλος της ημέρας, κρίνετε τους πολιτικούς και αξιωματούχους από τα έργα και τα αποτελέσματά τους, όχι από τα λόγια και τις υποσχέσεις τους. Στο τέλος της ημέρας, κριτική σκέψη είναι να μπορεί να αναγνωρίζει ο κάθε πολίτης, τι εξυπηρετεί το συμφέρον του και τι όχι. Τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Κριτική σκέψη είναι να μπορεί να αναγνωρίζει ο κάθε πολίτης, ότι πρώτιστα υπεύθυνοι για την αποπληρωμή των χρεών, ή τις συνέπειες πτώχευσης, είναι οι χρεώστες. Κριτική σκέψη είναι να μπορεί ο κάθε πολίτης να αναγνωρίσει ότι πολλά από τα δημόσια έργα, και τα δημόσια χρέη που συνήθως τα συνοδεύουν, δεν είναι κατ’ ανάγκη προς το δημόσιον συμφέρον, αφού το κόστος, λόγω κυρίως διαφθοράς, υπερβαίνει το όποιο όφελος. Άσχετα με το ύψος των βιωματικών αξιών που κάποιοι θα επικαλεστούν.

Thursday, August 6, 2015

John Grisham, Ο Μεσάζοντας (The Broker), 2005

Ένα καθηλωτικό κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, με τις δυνατότητες και αδυναμίες της τεχνολογικής υποδομής πληροφόρησης, τον ανταγωνισμό μεταξύ αντιπάλων μυστικών υπηρεσιών  για τον έλεγχο των συστημάτων αυτών και τους κινδύνους που μπορούν να αντιμετωπίσουν όσοι επιχειρούν να κερδίσουν χρήματα από δραστηριότητες στη σχετική βιομηχανία (https://en.wikipedia.org/wiki/The_Broker)

Friday, February 7, 2014

Shane Acton, A record Round -the-world Voyage in an 18 Foot Yacht, 1993

This is a book about the remarkable eight year long voyage of Shane Acton around the world in a tiny 18 ft yacht from 1973-1980. Shane began his trip without any previous sailing experience. When he was twelve he was given a canoe as a birthday present with which he had “endless hours of fun”. When he left school he joined the Royal Marines where he got some training on the handling of small craft. But he never set foot in a yacht or sailed one before he bought Super Shrimp (or Shrimpy), a used Caprice Mark I bilge keel sail boat with the aim of going around the world. When he began his trip Shrimpy had no engine! Shane bought a small outboard motor while sailing around the world.

He left the UK in June 3, 1973, with very little money or equipment, guided by his philosophy that it's better to live for one day than to exist for 100 years. For navigation he used a plastic sextant, a cheap wristwatch, a radio (for listening to BBC and correcting the time on his cheap watch) and the theory out of Ranzen's book "Little Ship Celestial Navigation". He gradually managed to set Shrimpy on self steering so that he could cook or do whatever else had to be done. Pancakes was one of his favorite meals at sea, as all the ingredients would keep indefinitely (provided powder milk was used). When he got out of the shipping lanes he was taking all his sails down each night and slept for a good ten hours, with a paraffin lamp left to burn on the rigging. He crossed the Atlantic ocean from Las Palmas in the Canary Islands to the Barbados from 23 November  1973 to 3 January 1974.  In Panama, he met Iris, “a beautiful, blonde-haired, blue-eyed Swiss girl” who joined him across the Pacific. From Equador they sailed to the Galapagos Islands in 12 days of calm seas. They arrived on 24 December 1974. They crossed the empty pacific ocean in 45 days and arrived at Nuku Hiva and Tahiti in 18 February 1975 and reached Cook Islands by 23 October of the same year. At Fiji Islands they managed to survive one of the worst gales they experienced through their trip.  On 6 October 1976 they arrived at Brisbane, Australia and sailed around it northwards until 10 June 1978, when they set out to Indonesia. At Bali Iris took a flight to Switzerland and Shane carried on by himself. On 3 January 1979 he left Lang Kawi Island, one of the most beautiful places he had been, to cross the Indian Ocean to south India. By 15 May 1979 he crossed the Red Sea. He reached Cyprus in July 1979 and sailed through the greek islands, where Iris re-joined him until the end of July 1979. He returned to England on 7 August 1980.


I love sailing. This book made me have one more wish before I die. I now wish I manage to sail around the world too.

Sunday, November 3, 2013

Henry Kissinger, ΗΠΑ – Αυτοκρατορία ή Ηγετική Δύναμη, 2002

Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω διαβάσει πολλά σε θέματα διεθνών σχέσεων ή εξωτερικής πολιτικής. Ίσως να είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο νοιώθω πως έχω αποκομίσει τόσα πολλά από αυτό το βιβλίο.

Καταρχήν, ο συγγραφέας προτείνει ότι η εξωτερική πολιτική της Αμερικής θα πρέπει να καθοδηγείται από τη συγχώνευση των αξιών με τα συμφέροντα, του ιδεαλισμού με το ρεαλισμό. Καθορίζει σε απλή γλώσσα τους βασικούς λόγους ύπαρξης των κρατών: «Ένα κράτος αποτελεί εξ’ορισμού την έκφραση κάποιας έννοιας δικαιοσύνης, η οποία νομιμοποιεί τόσο τις εσωτερικές διευθετήσεις του όσο και μια προβολή ισχύος που καθορίζει την ικανότητά του να εκπληρώνει τις ελάχιστες λειτουργίες του – δηλαδή, να προστατεύει τον πληθυσμό του από εξωτερικούς κινδύνους και εσωτερικές αναστατώσεις. Όταν όλα τα στοιχεία βρίσκονται ταυτόχρονα σε μια κατάσταση ρευστότητας – συμπεριλαμβανομένης και της έννοιας του τι είναι ξένο -, είναι αναπόφευκτη μια περίοδος αναταραχής».

Το βιβλίο εισηγείται ότι οι βασικές αρχές που διαμόρφωναν μέχρι σήμερα τις διεθνείς σχέσεις καθορίστηκαν στη συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648, συμπεριλαμβανομένου του δόγματος της εθνικής κυριαρχίας ως ακρογωνιαίου λίθου της συνθήκης.  Η συνθήκη αυτή αναδύθηκε μέσα από τη σφαγή του Τριακονταετή πολέμου, «στη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκε στο όνομα της ιδεολογικής – εκείνη την εποχή θρησκευτικής – ορθοδοξίας, το 30% του πληθυσμού της Κεντρικής Ευρώπης».  Ο πόλεμος αυτός προέκυψε μέσα από τη Μεταρρύθμιση, «που κατέστρεψε τη θρησκευτική ενότητα, και της τυπογραφίας που επέτρεψε την πρόσβαση στην αυξανόμενη θρησκευτική διαφορετικότητα». Σήμερα, η «αναπόφευκτη μεταβολή της διεθνούς τάξης πραγμάτων προκύπτει από αλλαγές στις εσωτερικές δομές πολλών εκ των βασικών συμμετεχόντων σε αυτή, αλλά και από τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής, την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και την ταχύτητα των επικοινωνιών».

“Σήμερα, η τάξη πραγμάτων που βασιζόταν στη Συνθήκη της Βεστφαλίας διέρχεται μια συνολική κρίση. Οι αρχές της αμφισβητούνται παρόλο που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί μια αποδεκτή εναλλακτική λύση. Η μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων κρατών έχει εγκαταλειφθεί, όχι μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και από πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, προς όφελος της Έννοιας της οικουμενικής ανθρωπιστικής επέμβασης ή μιας οικουμενικής δικαιοδοσίας».  Κοινό χαρακτηριστικό όλων των εποχών φαίνεται να είναι ο περιορισμός της αυθαίρετης χρήσης ισχύος. «Ταυτόχρονα, η μέχρι σήμερα κυρίαρχη έννοια για το έθνος-κράτος άρχισε να υφίσταται μια μεταμόρφωση...Από τις “μεγάλες δυνάμεις” στην αρχή της νέας χιλιετίας, μόνο οι δημοκρατίες της Ευρώπης και η Ιαπωνία πληρούν τα κριτήρια αυτού του ορισμού. Η Κίνα και η Ρωσία αποτελούνται από ένα εθνικό και πολιτισμικό πυρήνα με πολυεθνικά χαρακτηριστικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ολοένα και περισσότερο εξομοιώνουν της εθνική τους ταυτότητα με την πολυεθνικότητα. Στον υπόλοιπο κόσμο, τα κράτη με μεικτή εθνική σύνθεση αποτελούν τον κανόνα και η συνοχή πολλών από αυτά απειλείται από υπηκόους τους που ανήκουν σε διαφορετικές εθνότητες και επιζητούν την αυτοδιάθεση ή την ανεξαρτησία τους με βάση τα δόγματα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα για τον εθνικισμό και την αυτοδιάθεση. Ακόμη και στην Ευρώπη, η υπογεννητικότητα και η μετανάστευση θέτουν την πρόκληση της πολυεθνικότητας...Τα ιστορικά έθνη κράτη, έχοντας επίγνωση ότι το μέγεθός τους είναι ανεπαρκές για να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα επιζητούν να συνασπιστούν σε μεγαλύτερες οντότητες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μέχρι σήμερα την πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της πολιτικής...Το στοιχείο που οδηγεί την καθεμία από αυτές τις νέες οντότητες να προσδιορίζει την ταυτότητά της...είναι η διαφοροποίησή της από τις κυρίαρχες δυνάμεις της περιοχής...Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Mersocur, ο εχθρός είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες.»

«Μέχρι την απαρχή της πυρηνικής εποχής, το έναυσμα για τους πολέμους ήταν, τις περισσότερες φορές, οι διαμάχες για εδάφη ή για την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους. Οι κατακτήσεις πραγματοποιούνταν για να αυξηθεί η ισχύς και η επιρροή ενός κράτους. Στη σημερινή εποχή, το έδαφος έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό τη σημασία του ως στοιχείο εθνικής ισχύος. Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να αυξήσει πολύ περισσότερο την ισχύ μιας χώρας από οποιαδήποτε ενδεχόμενη εδαφική επέκταση...Σιγκαπούρη...Ισραήλ...Η παγκοσμιοποίηση παρήγαγε μια χωρίς προηγούμενο ευημερία, αν και όχι ομοιόμορφα. Απομένει να δούμε αν θα επιταχύνει το ίδιο δραστικά με την παγκόσμια ευημερία και τις αρνητικές τάσεις, θέτοντας τις προϋποθέσεις για μια παγκόσμια καταστροφή. Ενδέχεται επίσης η παγκοσμιοποίηση – όντας αναπόφευκτη – να προκαλέσει μια διαβρωτική αίσθηση αδυναμίας, καθώς οι αποφάσεις που επηρεάζουν τις εκατομμυρίων ανθρώπων υπόκεινται ολοένα και λιγότερο στον τοπικό πολιτικό έλεγχο.  Υπάρχει ο κίνδυνος η οικονομία και η τεχνολογία να αποκτήσουν, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς τους, μεγαλύτερες δυνατότητες από τη σημερινή πολιτική».

Ο συγγραφέας αναλύει στο βιβλίο του τέσσερα διεθνή συστήματα:
1.       Στις σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Δυτική Ευρώπη και το Δυτικό Ημισφαίριο, όπου η ειρήνη βασίζεται στη δημοκρατία και την οικονομική ανάπτυξη. «Τα κράτη είναι δημοκρατικά. Οι οικονομίες είναι προσανατολισμένες στην αγορά. Οι πόλεμοι είναι αδιανόητοι οπουδήποτε αλλού εκτός από την περιφέρεια και οφείλονται σε εθνοτικές αντιπαραθέσεις, Οι διενέξεις δεν διευθετούνται με πολέμους ή με πολεμικές απειλές. Οι εξοπλισμοί...αποτελούν μια απάντηση σε απειλές εκτός των περιοχών αυτών και δεν έχουν ως στόχο τους τα υπόλοιπα έθνη της περιοχής τους».
2.     «Οι μεγάλες δυνάμεις της Ασίας...απειλούν η μια την άλλη ως στρατηγικοί αντίπαλοι...Η Ινδία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ρωσία – με την Κορέα και τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας να μην υστερούν σε μεγάλο βαθμό...Δεν επίκεινται πόλεμοι ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις, δεν είναι όμως αδιανόητο αυτό το ενδεχόμενο. Οι στρατιωτικές δαπάνες...αυξάνονται και αποσκοπούν κυρίως στην προστασία από τα υπόλοιπα ασιατικά έθνη (αν και, εν μέρει, ο σχεδιασμός των εξοπλισμών της Κίνας συμπεριλαμβάνει το ενδεχόμενο ενός πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιτίας της Ταϊβάν).»
3.     «Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή παρουσιάζουν πολλές αναλογίες μ’εκείνες της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Οι ρίζες τους δεν είναι οικονομικές όπως στην περιοχή του Ατλαντικού και στο Δυτικό Ημισφαίριο ή στρατηγικές όπως στην Ασία, αλλά ιδεολογικές και θρησκευτικές. Οι γενικές αρχές της διπλωματίας που βασίζονται στη συνθήκη της Βεστφαλίας δεν ισχύουν σε αυτή την περιοχή. Είναι δύσκολο να υπάρξει συμβιβασμός όταν το πρόβλημα δεν σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη αιτίαση αλλά με την ίδια τη νομιμότητα-στην πραγματικότητα την ύπαρξη-του άλλου μέρους. Επομένως, είναι ιδιαίτερα αυξημένος ο κίνδυνος να αποτύχουν οι προσπάθειες να επιλυθούν οριστικά αυτού του είδους οι συγκρούσεις...»
4.     «Η ήπειρος για την οποία δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο προηγούμενο στην ιστορία της Ευρώπης είναι η Αφρική. Παρόλο που τα σαράντα έξι έθνη της αυτοαποκαλούνται δημοκρατίες, οι πολιτικές που εφαρμόζουν δεν βασίζονται σε μία ενιαία ιδεολογική αρχή...δεν κυριαρχεί μία αποδεκτή απ’όλα τα κράτη έννοια για την ισορροπία ισχύος...η εμβέλεια των περισσότερων κρατών είναι πολύ μικρή...η αποικιοκρατία κληροδότησε την στην Αφρική ένα εκρηκτικό δυναμικό, εθνοτικές συγκρούσεις, μια σημαντική υπανάπτυξη και τόσο έντονα προβλήματα υγείας που αποκτηνώνουν τον άνθρωπο...Η ήπειρος αυτή θέτει στις δημοκρατίες την πρόκληση να αντισταθμίσουν όσα διέπραξαν στην ιστορία τους, ανακαλύπτοντας έναν τρόπο για να βοηθήσουν την Αφρική να συμμετάσχει στην παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση.»

Όσον αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ –Δυτικής Ευρώπης, ο συγγραφέας θεωρεί ότι έχει έρθει ο καιρός να επανεξεταστεί ένας από τους πυρήνες της αμερικανικής πολιτικής, «η ψυχροπολεμική ορθόδοξη άποψη ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα οδηγήσει αυτόματα σε μια ισχυρή Ευρώπη και σε μια πιο ουσιαστική ατλαντική σύμπραξη...καθώς είναι πιθανές τουλάχιστον δύο εκβάσεις. Πρώτον, η Ευρώπη να σταματήσει να αναλαμβάνει τις ευθύνες της σε παγκόσμια κλίμακα και να μετατραπεί σ’ένα μικρό ΟΗΕ που θα ηθικολογεί, ενώ ταυτόχρονα θα επικεντρωθεί στον οικονομικό ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεύτερον, μπορεί να αναδυθεί μια Ευρώπη που θα αψηφά τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα προσπαθήσει να εφαρμόσει μια εξωτερική πολιτική μεσολάβησης ανάμεσα στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως είχε προσπαθήσει να κάνει η Ινδία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου...Χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα υπήρχε μια ασφαλιστική δικλείδα που θα αναχαίτιζε τις εθνικές παρορμήσεις της Γερμανίας (έστω και ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Τόσο η Γερμανία όσο και η Ρωσία θα υπέκυπταν ενδεχομένως στην παρόρμηση να θεωρήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία ως την καλύτερη επιλογή στην εξωτερική τους πολιτική...ταυτόχρονα, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοπταν τις σχέσεις τους με την Ευρώπη, θα μετατρέπονταν γεωπολιτικά σ’ένα νησί στις ακτές της Ευρασίας, θυμίζοντας τη θέση της Μεγάλης Βρετανίας απέναντι στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. θα ήταν υποχρεωμένες να ακολουθήσουν απέναντι στην Ευρώπη τη στρατηγική της ισορροπίας ισχύος την οποία παραδοσιακά απορρίπτουν.»

«Υπάρχουν τουλάχιστον τρία ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, κυρίως από την Ευρώπη, και οι τρόποι με τους οποίους θα επιλυθούν θα καθορίσουν το μέλλον όλων των εθνών που γειτνιάζουν με τον Ατλαντικό Ωκεανό»:
1.       Ο συντονισμός της πολιτικής τους ώστε να αποτρέψουν τις οικονομικές υφέσεις, αφού από αυτό εξαρτάται η σταθερότητα των θεσμών τους. Μια παγκόσμια οικονομικής κρίση αποτελεί τη μείζονα απειλή για τις σημερινές δημοκρατίες. «Η οικονομική πρόκληση συνδυάζεται με τη δημογραφική...Ο συνολικός πληθυσμός των περισσότερων κρατών θα μειωθεί κατακόρυφα – ενώ ταυτόχρονα θα αυξάνονται οι δημογραφικές πιέσεις από τις φτωχές χώρες στις ανατολικές και νότιες παρυφές της Ευρώπης.»
2.     Το μέλλον της περιοχής που εκτείνεται στα ανατολικά των συνόρων των χωρών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Το χάος απειλεί αυτή την τεράστια περιοχή, εκτός αν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες καθορίσουν ένα κοινό στόχο, αποφεύγοντας να εμφανιστούν ως εν δυνάμει ανταγωνιστές για τον έλεγχό της...Το μέλλον της λεκάνης της Μεσογείου αποτελεί μια εξίσου σημαντική πρόκληση. Οι πιέσεις της παγκοσμιοποίησης και της δημογραφικής αύξησης στις μη ευρωπαϊκές χώρες της περιοχής οδηγούν σε μια περίοδο νέων διευθετήσεων και ενδεχομένως αναστατώσεων.»
3.     «Τέλος, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο πλανήτη, το ζήτημα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου γίνεται ολοένα και πιο πιεστικό για τους λαούς αλλά και για τους ηγέτες...Τα έθνη του Βόρειου Ατλαντικού, που αντιπροσωπεύουν το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά συγκεντρώνουν το 50% του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος είναι πράγματι υποχρεωμένα να συμβάλουν στην άμβλυνση των παγκοσμίων προβλημάτων...Η φύση του προβλήματος είναι τέτοια που επιβάλλει τη συνεργασία ανάμεσα στις χώρες της περιοχής του Ατλαντικού...»

«Όσοι επιζητούν την απόκτηση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας μέσω της αντιπαράθεσης με την Αμερική δεν πρέπει να αυταπατώνται πιστεύοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν για πάντα απαθείς, όταν αμφισβητούνται οι βασικές αρχές της πολιτικής τους. Αργά ή γρήγορα, θα υποχρεωθούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους. Και τότε τα έθνη της Δύσης θα επιστρέψουν στην πορεία που λίγο έλειψε να τα καταστρέψει δύο φορές σε διάστημα μιας γενιάς – αυτή τη φορά όχι μέσω ενός πολέμου, αλλά μέσω μιας εξουθενωτικής πολιτικής αντιπαλότητας...Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι υποχρεωμένες λόγω των αξιών και των συμφερόντων τους να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αναζωογονήσουν τις ατλαντικές σχέσεις...Είναι ουσιώδες να υπάρξει μια πιο ευαίσθητη αμερικανική πολιτική. Το ίδιο όμως ισχύει και για μια λιγότερο δογματική ευρωπαϊκή πολιτική. Σε τελική ανάλυση, το καθήκον των ηγετών είναι να οδηγούν τις κοινωνίες τους από εκεί που είναι εκεί όπου ποτέ δεν έχουν βρεθεί».

«Τόσο η Ρωσία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προβάλει την ιστορική αξίωση ότι οι κοινωνίες τους έχουν μια παγκόσμια αποστολή. Ενώ όμως ο ιδεαλισμός της Αμερικής πηγάζει από την έννοια της ελευθερίας, εκείνος της Ρωσίας έχει τις απαρχές του στη συμμετοχή όλων στα δεινά και στην κοινή υποταγή στην εξουσία...η επιδίωξη της ρωσικής πολιτικής στη διάρκεια της προεδρίας του Γέλτσιν, και ακόμη περισσότερο επί προεδρίας Πούτιν, ήταν και είναι να καταστεί τόσο οδυνηρή η ανεξαρτησία των πρώην δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης...ώστε να θεωρήσουν την επιστροφή τους στη ρωσική αγκαλιά λιγότερο επώδυνη από αυτά τα δεινά.»

«Σε αυτή τη Λατινική Αμερική, υπάρχει ένα εξόφθαλμο ρήγμα ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία. Το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς μεγαλώνει...Επιπλέον, οι επενδύσεις που είναι αναγκαίες για να οδηγήσουν την περιοχή στο επόμενο στάδιο της οικονομικής μεγέθυνσης δεν μπορούν να προέλθουν από τις εγχώριες αποταμιεύσεις. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα η πλειονότητα των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων στη Λατινική Αμερική να περιέλθει, αργά ή γρήγορα, στα χέρια ξένων ιδιοκτητών...Σε ιδιαίτερα συγκεντρωτικά συστήματα διακυβέρνησης, όπως αυτά της Λατινικής Αμερικής, η διαφθορά που συνδέεται με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών επεκτείνεται αναπόφευκτα στους ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους και στο ποινικό σύστημα. Σε αποκεντρωτικά συστήματα διακυβέρνησης, όπως αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, η διαφθορά εστιάζεται σε τοπικό επίπεδο...Η Κολομβία βρίσκεται παγιδευμένη στο κλασσικό δίλημμα που θέτει κάθε ανταρτοπόλεμος. Οι αντάρτες δεν χρειάζεται να πολεμούν παρά μόνο όταν είναι απόλυτα σίγουροι ότι διαθέτουν όλα τα πλεονεκτήματα...Σ’ ένα ανταρτοπόλεμο, οι αντάρτες συνήθως επικρατούν αν καταφέρνουν να μην υφίστανται ήττες, ενώ αντίθετα η κυβέρνηση ηττάται αν δεν επιτυγχάνει νίκες, δηλαδή αν δεν καταφέρει να εξολοθρεύσει τους αντάρτες...Σχεδόν για μια ολόκληρη γενιά, στο διάστημα της κατοχής της Πορτογαλίας από τον Ναπολέοντα, αλλά και για μερικά ακόμα χρόνια, το Ρίο ντε Τζανέιρο ήταν η πρωτεύουσα της πορτογαλικής αυτοκρατορίας. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γεννηθεί το πιο ικανό διπλωματικό σώμα της Λατινικής Αμερικής – καλά εκπαιδευμένο, πολύγλωσσο και ικανό να επιδιώκει τα εθνικά συμφέροντα της Βραζιλίας μ’ ένα συνδυασμό γοητείας, επιμονής και προσεκτικής αποτίμησης των διεθνών δεδομένων...Αντί να χρησιμοποιείται η Ευρώπη σαν αντίβαρο στη NAFTA, ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ένωση της NAFTA, της Mersocur και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου που θα περιλαμβάνει όλα τα έθνη της περιοχής του Ατλαντικού...Υπάρχει το αναμφισβήτητο δεδομένο ότι η οικονομική μεγέθυνση απαιτεί μεταρρυθμίσεις και ότι οι μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν σταθερές, νόμιμες και δημοκρατικές πολιτικές δομές με διάφανους θεσμούς και ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα.»

«Η χρηματοπιστωτική κρίση του 1997 στην Ασία κατέδειξε πόσο ευπρόσβλητες είναι οι μικρού και μεσαίου μεγέθους οικονομίες της στις αλλαγές των επιτοκίων, στις διακυμάνσεις των νομισματικών ισοτιμιών και στις μετακινήσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, που υπόκεινται ελάχιστα ή καθόλου στον κρατικό έλεγχο...Ένας εχθρικός συνασπισμός στην Ασία, που θα τον αποτελούν τα έθνη με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον κόσμο και τα οποία επιπλέον διαθέτουν τεράστιους πόρους και μερικούς από τους πιο εργατικούς λαούς του πλανήτη, θα είναι ασυμβίβαστος με τα εθνικά συμφέροντα της Αμερικής...Η σχέση της Αμερικής με την Ασία μπορεί επομένως να συγκριθεί μ’ εκείνη που είχε η Μεγάλη Βρετανία με την ηπειρωτική Ευρώπη για τέσσερις αιώνες...Για τετρακόσια χρόνια, ο σκοπός της εξωτερικής πολιτικής της Αγγλίας ήταν να αντιτάσσεται στην πιο ισχυρή, πιο επιθετική και πιο κυρίαρχη Δύναμη στην Ήπειρο...Η ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη διατηρήθηκε από έθνη-κράτη που η σύστασή τους χαρακτηριζόταν από μια ουσιαστική εθνική ομοιογένεια (μ’ εξαίρεση τη Ρωσία). Πολλά από τα μεγάλα κράτη της Ασίας (Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Ινδονησία) έχουν διαστάσει ηπείρου και η σύστασή τους είναι πολυεθνική...Η πιο σημαντική από τις σχέσεις που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με τα έθνη της Ασίας είναι αυτή με την Ιαπωνία...Ακόμη και στη νεότερη περίοδο η διάκριση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς ήταν στην Ιαπωνία η μικρότερη – ή τουλάχιστον η λιγότερη πρόδηλη – απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική χώρα και αυτό ίσχυε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Ιαπωνίας...το συναινετικό σύστημα...H Βόρεια και η Νότια Κορέα θα πρέπει να καταλήξουν σε μια διευθέτηση μέσω μιας διαδικασίας παρόμοιας μ’ εκείνη που προηγήθηκε της επανένωσης της Γερμανίας...Το ευαίσθητο ζήτημα της Ταϊβάν, όπως και το μέλλον της Παλαιστίνης, ανήκουν σε μία κατηγορία προβλημάτων που υπό τις παρούσες συνθήκες δεν επιδέχονται μια οριστική λύση...Αξίωμα του Ουίλσον ότι ένας κόσμος που αποτελείται από δημοκρατίες δεν μπορεί να έχει εχθρούς...η προσπάθεια της Αμερικής να διατηρήσει μια ισορροπία στις σχέσεις του τριγώνου Ουάσινγκτον-Μόσχας-Πεκίνου...Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν να διασφαλίσουν ότι θα είχαν πάντα στη διάθεσή τους περισσότερες επιλογές από όσες είχαν τα υπόλοιπα δυο μέρη...Η ανάθεση ευρείας διακριτικής ευχέρειας στους γραφειοκράτες οδηγεί στη διαφθορά...Σε πολλές χώρες που πραγματοποιούνται παρόμοιες οικονομικές μεταβολές, στελέχη που έχουν καινοτόμες ιδέες αλλά βρίσκονται στα κατώτερα επίπεδα της ιεραρχίας πρέπει να υπερβούν τις αντιδράσεις της ηγεσίας η οποία είναι συνήθως περισσότερο συντηρητική...Στην Κίνα, συνέβη το αντίθετο.»

Ο συγγραφέας εισηγείται οκτώ αρχές δράσης της πολιτικής της Αμερικής για την Ασία:
1.       Αποτροπή της κυριαρχίας μιας μόνο δύναμης
2.     Διατήρηση ανώτερης στρατιωτικής ισχύος από τις ΗΠΑ
3.     Η συμμαχία με την Ιαπωνία ως ακρογωνιαίος λίθος
4.     Διάλογος με την Ινδία, «ιδίως σε ό,τι αφορά την περιοχή από τη Σιγκαπούρη έως το Άντεν.»
5.     Διευθέτηση των διαφορών και προσδιορισμός παράλληλων συμφερόντων με την Κίνα.
6.     Πολιτικός συντονισμός «ανάμεσα στην Ουάσινγκτον, το Πεκίνο, τη Μόσχα και, πρωτίστως, τη Σεούλ» σε σχέση με τη Βόρεια Κορέα.
7.     Αποτροπή, ή τουλάχιστον περιορισμός,  της περαιτέρω διάδοσης πυρηνικών όπλων.
8.     Παρουσία των ΗΠΑ χωρίς να δημιουργούν την εντύπωση ότι κυριαρχούν.

Η Μέση Ανατολή και η Αφρική χαρακτηρίζονται ως κόσμοι σε μετάβαση. «Για τη Δύση, η χώρα με την πιο ζωτική σημασία είναι η Τουρκία, η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, καθώς είναι σύμμαχος της Δύσης, διατηρεί φιλικούς δεσμούς με το Ισραήλ και η στάση της έχει βαρύνουσα σημασία για όλες τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, εξαιτίας της μοναδικής γεωγραφικής της θέσης...Οι βιομηχανικές δημοκρατίες – ιδίως εκείνες της Ευρώπης και οι Ηνωμένες Πολιτείες – πρέπει να θυμούνται ότι διακυβεύονται καθοριστικοί παράμετροι της εθνικής τους ασφάλειας. Οι προτιμήσεις τους σε ότι αφορά την εσωτερική δομή της Τουρκίας θα πρέπει να εξισορροπούνται από αυτή την επιτακτική ανάγκη...η ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο πρέπει να επιτευχθεί με δυναμικά μέσα...Την ίδια ώρα, εκείνες οι λίγες χώρες που έχουν επιδείξει τη βούληση να υπερβούν τα μαθήματα του London School of Economics – όπως η Μοζαμβίκη, η Γκάνα και η Σενεγάλη – και δίνουν κίνητρα στο εγχώριο κεφάλαιο ή επιζητούν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις, έχουν πραγματοποιήσει μια αξιοσημείωτη πρόοδο».

«Η εξωτερική πολιτική καταλήγει πάντα στην πραγματοποίηση επιλογών. Αν η Δύση θέλει να υλοποιήσει μια αποτελεσματική πολιτική εναντίον της τρομοκρατίας και της διάδοσης των πυρηνικών όπλων, θα πρέπει να έχει τη βούληση να αποδεχθεί θυσίες για χάρη ενός σημαντικότερου μακροπρόθεσμου στόχου. Σε μερικές συγκυρίες, τα εμπορικά συμφέροντα θα πρέπει να υποχωρούν μπροστά στο ευρύτερο συμφέρον για την ύπαρξη ασφάλειας».

«Η υιοθέτηση του αμερικανικού μοντέλου δεν είναι μια τεχνικής μορφής πρόκληση. Για τις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες συνεπάγεται μια επαναστατική ανατροπή των οικείων προτύπων. Ελάχιστα έθνη κατάφεραν να συνδυάσουν ταυτόχρονα μια συντηρητική δημοσιονομική πολιτική, την κρατική παρέμβαση μέσω της ρύθμισης και όχι μέσω της ιδιοκτησίας και του ελέγχου, την απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών θεσμών, την ενθάρρυνση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και ένα ευρέως αποδεκτό και διαφανές νομικό πλαίσιο. Το αμερικανικό μοντέλο προϋποθέτει ότι το κεφάλαιο είναι φθηνό και ότι η εργασία είναι σχετικά δαπανηρή, με αποτέλεσμα η ανταγωνιστικότητα να εξαρτάται σε τελική ανάλυση από την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της αδιάκοπης τεχνολογικής προόδου».

Ο Κίσινγκερ αναλύει με πολλή σπουδή τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και προειδοποιεί ότι η οικονομική μεγέθυνση και η τεχνολογία δε θα οδηγήσουν αυτόματα σε μια εποχή παγκόσμιας ευημερίας και πολιτικής σταθερότητας. «Πρόκειται για μια αυταπάτη. Η παγκόσμια τάξη απαιτεί την ύπαρξη συναίνεσης, η οποία προϋποθέτει ότι η φύση των διαφορών ανάμεσα στους ευνοημένους και τους αδικημένους, που μπορούν να υπονομεύουν τη σταθερότητα και την πρόοδο, είναι τέτοια ώστε οι αδικημένοι να βλέπουν ότι υπάρχει η προοπτική να βελτιώσουν τη θέση τους μέσω των προσπαθειών τους. Για όσο διάστημα δεν θα υπάρχει αυτή η συναίσθηση, ο αναβρασμός, τόσο μέσα όσο και μεταξύ των κοινωνιών, θα αυξάνονται...υπάρχει το ενδεχόμενο το διεθνές οικονομικό σύστημα να αντιμετωπίσει μια κρίση νομιμότητας». Επίσης, ο Κίσινγκερ αναδεικνύει ότι «Μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια, αναδύθηκε μια πρωτοφανής έννοια με βάσει της οποίας η διεθνής πολιτική πρέπει να υπόκειται σε δικαστικές διαδικασίες...όμως δεν έχει γίνει αντικείμενο ενός συστηματικού διαλόγου, εν μέρει εξ’ αιτίας του πάθους με το οποίο την υποστηρίζουν οι υπέρμαχοί της και το οποίο λειτουργεί σαν μέσο εκφοβισμού όσων έχουν αντίθετες απόψεις...Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η προσπάθεια εξωθείται στα άκρα, με συνέπεια να υπάρχει ο κίνδυνος η τυραννία των δικαστών να αντικαταστήσει εκείνη των κυβερνήσεων».

Το βιβλίο καταλήγει με το συμπέρασμα ότι «η  βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Αμερική είναι να μεταμορφώσει την ισχύ της σε ηθική συναίνεση, να προωθήσει τις αξίες της όχι με την επιβολή αλλά μέσω της εκούσιας αποδοχής τους από τον υπόλοιπο κόσμο ο οποίος, παρά τη φαινομενική του αντίσταση, χρειάζεται απεγνωσμένα μια φωτισμένη ηγεσία».

Από το βιβλίο αυτό μπορεί κάποιος να αντλήσει πολλά συμπεράσματα και διδάγματα για την Κύπρο και το κυπριακό πρόβλημα. Εάν κάποιος ακολουθήσει την ανάλυση του Κίσινγκερ, για την Κύπρο που βρίσκεται τοποθετημένη στην περιφέρεια της δημοκρατικής Δυτικής Ευρώπης, οι πόλεμοι που οφείλονται σε εθνοτικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις δεν είναι αδιανόητοι και οι διαφορές δεν διευθετούνται κατά κανόνα χωρίς πολέμους. Το αποικιοκρατικό παρελθόν της Κύπρου έχει και αυτό κληροδοτήσει ένα εκρηκτικό δυναμικό εθνοτικών συγκρούσεων. Τα προβλήματα σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τη νομιμότητα, την ύπαρξη, των άλλων μερών και υπάρχει αυξημένος ο κίνδυνος να αποτύχουν οι προσπάθειες επίλυσης τους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι πολεμικές απειλές της Τουρκίας εναντίον  της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, καθώς και η αναζήτηση τρόπων αμφισβήτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου.  

Το δικό μου συμπέρασμα: Οι αυξανόμενες αμφισβητήσεις των ΗΠΑ θα οδηγήσουν, αργά ή γρήγορα, στην αναζήτηση από τις ΗΠΑ πιο αξιόπιστων συμμάχων σε ολόκληρο τον κόσμο. Η αυξανόμενη αντιπαλότητα της Ε.Εν. εναντίον της Αμερικής, εάν δεν ελεγχθεί ώστε να οδηγήσει σε μία ελεύθερη ζώνη εμπορίου και διακίνησης ανάμεσα στην Ε.Εν. και τις ΗΠΑ, θα οδηγήσει στην αυξημένη αντιπαράθεση. Οι οικονομικές πολιτικές της Γερμανίας και της Ε.Εν., εάν δεν αλλάξουν ριζικά, είναι καταδικασμένες να οδηγήσουν στην αύξηση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών και στην αποσύνθεση της Ε.Εν. τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Αντίθετα, στις ΗΠΑ όπου τα συμφέροντα υποτάσσονται στην ισχύ και τη νομιμότητα του κράτους, είναι πολύ πιθανό ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί θα εξελίσσονται ώστε να αντιμετωπίζονται τα νέα προβλήματα που αναφύονται, ενώ η τεχνολογία θα αφήνεται να αναπτύσσεται ανατρέποντας παλαιές οικονομικές αυτοκρατορίες. Το Ισραήλ, όπως και η Ταϊβάν  και η Σιγκαπούρη, αποτελούν αξιόπιστους συμμάχους των ΗΠΑ που λόγω του μικρού τους μεγέθους  ενδέχεται να παραμείνουν αξιόπιστοι στο διηνεκές. Αυτό δεν μπορεί να θεωρείται σίγουρο για άλλους συμμάχους όπως η Ε.Εν. η Τουρκία ή η Ιαπωνία. Η γειτνίαση της Κύπρου με το Ισραήλ, σε συνδυασμό με τη δεσπόζουσα θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο όπου υπάρχουν σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες για αξιοποίηση των ενεργειακών της πόρων, προσφέρουν τις προϋποθέσεις ευκαιριών οικοδόμησης μίας διαρκούς συμμαχίας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αυτό θα διασφαλίσει την ύπαρξη μίας περιφερειακής ισορροπίας ισχύος που θα θέσει το υπόβαθρο για ειρήνη, σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη και ευημερία για ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Sunday, August 11, 2013

Tim Harford, Adapt – Why success always starts with failure, 2011

This is one of the best real-life self-improvement economics oriented books I have ever read. The wealth of information and advice contained in it is so vast that makes it extremely difficult to review or summarise. It took me a few months just to extract what I thought was important in this rather long and clumsy review. Do not depend on it. Grab the book and read it yourself.

Harford attempts to explain how the real world works. Why leading experts cannot agree amongst themselves and why excellent companies eventually fail: Failure to manage complexity. The solution: Think for yourself, experiment, learn from your failures and successes; adapt and evolve.

“Problem solving in a complicated world is not easy” and “the experts are humbled”. “Good leaders surround themselves with expert advisers, seeking out the smartest specialists with the deepest insights into the problems of the day. But even deep expertise is not enough to solve today’s complex problems…One of Tedlock’s more delicious discoveries was that the more famous experts – those who spent a lot of time as talking heads on television – were especially incompetent…Louis Menand, writing in the New Yorker, enjoyed the notion of bumbling seers, and concluded, ‘the best lesson of Tedlock’s book may be the one that he seems most reluctant to draw: Think for yourself…Yet there is a reason…: his results clearly show that experts do out-perform non-experts”.

Having studied “the long, tangled history of failure…The lesson seems to be that failure is fundamental to the way the market creates sophisticated and healthy economies…In a market economy, there is usually room for only a few winners in each sector. Not everyone can be one of them…The difference between market-based economies and centrally planned disasters, such as Mao Zedong’s Great Leap Forward, is not that markets avoid failure. It’s that large-scale failures do not seem to have the same consequences for the market as they do for planned economies (The most obvious exception to this claim is also the most interesting: The financial crisis that began in 2007…trial and error is a tremendously powerful process for solving problems in a complex world, while expert leadership is not. Markets harness this process of trial and error, but that does not mean that we should leave everything to the market. It does mean – in the face of seemingly intractable problems, such as civil war climate change and financial instability – that we must find a way to use the secret of trial and error beyond the familiar context of the market.”

Palchinsky’s principles in dealing with complexity: “First seek out new ideas and try new things, second, when trying something new do it on a scale where failure is survivable, third seek out feedback and learn from your mistakes as you go along. The first principle could simply be expressed as ‘variation’, the third as ‘selection’. The importance of the middle principle – survivability – is something which will become clear in chapter six, which explores the collapse of the banking system…Above all, feedback is essential for determining which experiments have succeeded and which have failed.”

“Variation is difficult because of two natural tendencies of organisations. One is grandiosity…such flagship projects violate the first Palchinsky Principle, because errors are common and big projects have little room to adapt. The other tendency emerges because we rarely like the idea of standards that are inconsistent and uneven from place to place…uniformly high standards are not only impossible but undesirable…Most of us sugar- coat our opinions whenever we speak to a powerful person…because yes-men tend to be rewarded…telling the unvarnished truth in unlikely to be the best strategy in a bureaucratic hierarchy…Adaptive organisations need to decentralise and become comfortable with the chaos of different local approaches and awkwardness of dissent from junior staff…Accepting trial and error means accepting error.”

But learning from mistakes can be very hard. “Daniel Kahneman and Amos Tversky summarised the behaviour in their classic analysis of the psychology of risk: ‘a person who has not made peace with his loss is likely to accept gambles that would be unacceptable to him otherwise’ …Faced with a mistake or a loss, the right response is to acknowledge the set back and change direction. Yet our instinctive reaction is denial. That is why ‘learn from your mistakes’ is wise advice that is painfully hard to take.”

There are three essential steps for successfully adapting:
1.       “To try new things in the expectation that some will fail”
2.     “To make failure survivable because it will be common”
3.     “To make sure that you know when you’ve failed”

“As a Prussian general once put it, ‘No plan survives first contact with the enemy’ What matters is how quickly the leader is able to adapt”…”The big picture becomes a self-deluding propaganda poster, the unified team retreats into groupthink, and the chain of command becomes a hierarchy of waste baskets, perfectly evolved to prevent feedback reaching the top. What works in reality is a far more unsightly, chaotic and rebellious organisation altogether”.

Unanimity is seldom an indication of a healthy organisation…”a single dissenting voice was enough to liberate the subjects…the basic usefulness of hearing more ideas, better decisions emerge from a diverse group…Even an incompetent adviser with a different perspective, would probably have improved Johnson’s decision making…the right decisions are more likely when they emerge from very different perspectives…Galvin told Petraeus that the most important part of the job was to criticise his boss: ‘It’s my boss to run the division, and it’s your job to critique me’…it is not enough to tolerate dissent: sometimes you have to demand it”.

“…it is impossible to know in advance what the correct strategy will be…Tactics that had worked yesterday were a liability today…The lesson of the Iraq war was that the US Army should have had much better systems for adapting a failing strategy, and should have paid far more attention to successful local experiments...In the organisation of the future, the decisions that matter won’t be taken in some high tech war room, but on the front line…what really counted was identifying the junior officers who were capable of thinking for themselves.”

“The idea that we can actually predict which technologies will flourish flies in the face of all evidence. The truth is much messier and more difficult to manage… The lesson is variation, achieved through a pluralistic approach to encouraging innovations…In an uncertain world, we need more than just Plan A; and the means finding safe heavens for Plans B,C,D and beyond…This need to specialise may be unavoidable, but is worrying, because past breakthroughs have often depended on the inventor’s sheer breadth of interest…We may have booming universities and armies of knowledge workers, but when it comes to new ideas, we are running to a stand still. This is particularly worrying because we are hoping that new technology will solve so many of our problems…Grants, unlike prizes, are a powerful tool of patronage. Prizes, in contrast, are open to anyone who produces results. This makes them intrinsically threatening to the establishment…But the wonderful thing about prizes is that they don’t cost a penny until success is achieved.”

“The lesson is that pluralism encourages pluralism. If you want to encourage many innovations, combine many strategies…”

“The barrier to change is not too little caring; it is too much complexity” – Bill Gates

“Yunus…returned to his roots to experiment in a local context he understood much better than any foreign adviser would have been able to. Yunus advocates what he calls ‘worm’s-eye view’.”

“A doctor who wants to run a properly controlled trial to test these two options needs approval from an ethics committee…The alternative to controlled experiments is uncontrolled experiments. These are worse, because they teach us little or nothing”.

“We should not try to design a better world. We should make better feedback loops.”

“In a lecture of 1755, Adam Smith declared that ‘little else is required to carry a state to the highest degree of opulence from the lowest barbarism but peace, easy taxes and a tolerable administration of justice: all the rest being brought by the natural order of things.”

“The problem seems to be that governments love to back losers: think about big banks or car companies”.

“If we want to learn about dealing with systems that have little room for trial and error, then gas rigs, chemical refineries, and nuclear plants are the place to start…Banking exceeds the complexity of any nuclear plant I ever studied”.

“For Perrow, the dangerous combination is a system that is both complex and tightly coupled. The defining characteristic of a tightly coupled process is that once it starts, it’s difficult or impossible to stop: a domino-toppling display is not especially complex, but it is tightly coupled.”

“James Reason is celebrated in safety–engineering circles for the ‘Swiss cheese’ model of accidents…every additional safety measure also has the potential to introduce an unexpected new way for something to go wrong”.

“But the real lesson is that it should have been possible to let both Leman and AIG collapse without systemic damage. Preventing banks from being ‘to big to fail’ is the right kind of sentiment but the wrong way of phrasing it, as the domino analogy shows: it would be absurd to describe a single domino as being too big to fail. What we need are safety gates in the system that ensure any falling domino cannot topple many others.”

The lessons from Deepwater Horizon:
1.       Safety systems often fail
2.     Latent errors can be deadly.
3.     If whistleblowers felt able to speak up, the accident might have been prevented.
4.     The rig system was too tightly coupled.
5.     Contingency plans would have helped.
6.     Accidents will happen, and we must be prepared for the consequences.

Some fast growing companies claim to embody some of the key principles of adapting, one being organised around autonomous teams of which there are over half a dozen on each site.  Self selecting teams can make a difference: “A new recruit is placed with a team for four weeks for a trial period, at which point they can stay only if they win the vote of two thirds of their team members”…”Healthy competition is promoted by a ‘no secrets’ policy of strict transparency: many of the company’s financial statistics are available to employees, and every team knows how every other team is performing – a mechanism that also allows bad ideas to be noticed and nipped in the bud, and good ideas to spread horizontally through the company…Peer monitoring does not always work, of course; peer groups can turn to self-serving or even corrupt cliques (It is no wonder that  John Timpson spends most of his working life visiting Timpson stores)…All significant actions, such as flipping a switch in the reactor control room, were double-checked by a colleague.”

“Google’s corporate strategy: have no corporate strategy”.

“Success is the number of experiments that can be crowded into twenty-four hours…When a problem reaches a certain level of complexity, formal theory won’t get you nearly as far as an incredibly rapid, systematic process of trial and error…it isn’t cutting –edge technology that tends to undo the market leaders. It is the totally new approach…Disruptive innovations are disruptive precisely because new technology doesn’t appeal to the traditional customers: it is different and for their purposes, it’s inferior…A sufficiently disruptive innovation bypasses almost everybody who matters in a company.”

“Corporations exist precisely because we don’t – and shouldn’t – care when abstract legal entities fail. We care about individuals.”


“The ability to adapt requires this sense of security, an inner confidence that the cost of failure is a cost we will be able to bear. Sometimes that takes real courage; at other times all that is needed is the happy self-delusion of a lost three-year-old. Whatever the source, we need that willingness to risk failure. Without it we will never truly succeed”.

Saturday, December 29, 2012

Paulo Coelho, Ο Αλχημιστής, 1988 (O Alquimista)


Ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος όταν αρχίσει να αναπολεί το παρελθόν με νοσταλγία είναι να ξανά-διαβάσει κάποιο βιβλίο που του άρεσε την τότε εποχή. Διάβασα για πρώτη φορά τον Αλχημιστή πριν περίπου 15 χρόνια. Ήταν ένα από τα βιβλία που μου άρεσαν τόσο, ώστε να μου δώσουν την όρεξη να αρχίσω να διαβάζω περισσότερα λογοτεχνικά βιβλία. Ευχαριστώ τον Θεό που υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Coelho. Τους συγγραφείς που έχουν το χάρισμα να σκέφτονται και να γράφουν ωραία πράγματα που δίνουν ελπίδα, νόημα και χαρά στη ζωή των αναγνωστών τους.

Το μυθιστόρημα αφορά τη ζωή του Σαντιάγου. Ενός νεαρού βοσκού που ξεκινά από την Ανδαλουσία της Ισπανίας αναζητώντας τον προσωπικό του μύθο μέσα από περιπέτειες, χαρές και κακουχίες. Δε φοβάται να ονειρεύεται και να επιθυμεί όσα θα ήθελε να πραγματοποιήσει στη ζωή του. Γνωρίζει ότι κανένας άλλος δε γνωρίζει πως πρέπει να ζει τη δική του ζωή του. Μαθαίνει ότι αν αφεθεί στο έλεος της μοίρας κάποια στιγμή θα χάσει την ικανότητα να ελέγχει τη ζωή του. Αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε κάτι που έχει συνηθίσει και κάτι που θέλει να αποκτήσει. Μαθαίνει ότι το μυστικό της ευτυχίας βρίσκεται στο να κοιτάζεις τα θαύματα του κόσμου , χωρίς να ξεχάσεις ποτέ τα πράγματα που γνοιάζεσαι. Διδάσκεται ότι «δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο, αν δε γνωρίζεις το σπίτι του». Μαθαίνει ότι «καμιά φορά είναι αδύνατο να εμποδίσεις το ποτάμι της ζωής». Μακτούμπ: Έτσι είναι γραφτό. Αισθάνεται απέραντη χαρά όταν ανακαλύπτει τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής: «Όποτε ήθελε θα μπορούσε να ξαναγίνει βοσκός. Όποτε ήθελε θα μπορούσε να ξαναγίνει πωλητής κρυστάλλων».  Αντιλαμβάνεται ότι «οι αποφάσεις ήταν μόνο μια αρχή για κάτι: Όταν κάποιος έπαιρνε μια απόφαση στην πραγματικότητα βουτούσε σε ένα δυνατό ρεύμα που τον παρέσερνε προς ένα τόπο που δεν είχε ποτέ του φανταστεί τη στιγμή της απόφασης». Καταλαβαίνει ότι «η έρημος είναι τόσο μεγάλη, οι ορίζοντές της τόσο μακρινοί, που αισθανόμαστε μικροί και παραμένουμε σιωπηλοί...Όποτε κοιτούσε τη θάλασσα ή τη φωτιά, μπορούσε να παραμείνει ώρες σιωπηλός, χωρίς σκέψεις, βυθισμένος στην απεραντοσύνη και τη δύναμη των στοιχείων της φύσης». Καταλαβαίνει το λόγο του Αλλάχ: «Κανείς δε φοβάται το άγνωστο γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι ικανός να κατακτήσει ό,τι επιθυμεί και ό,τι χρειάζεται. Το μόνο που φοβόμαστε είναι μήπως χάσουμε αυτά που έχουμε , είτε πρόκειται για τη ζωή μας είτε για τις καλλιέργειές μας. Όμως ο φόβος αυτός παύει να υπάρχει όταν καταλάβουμε ότι η ιστορία μας και η ιστορία του κόσμου γράφτηκε από το ίδιο Χέρι».  Μαθαίνει για την «κινητήρια αρχή των πάντων. Στην αλχημεία τη λένε Ψυχή του κόσμου. Όταν επιθυμούμε κάτι με όλη μας την καρδιά, προσεγγίζουμε πιο πολύ την Ψυχή του Κόσμου. Είναι πάντοτε θετική δύναμη». Μαθαίνει ότι «ο καθένας μαθαίνει με το δικό του τρόπο»... «Γιατί δε ζω ούτε στο παρελθόν ούτε στο μέλλον μου. Έχω μόνο το παρόν, αυτό με ενδιαφέρει. Αν μπορείς να μένεις πάντα στο παρόν, θα είσαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Θα καταλάβεις ότι στην έρημο υπάρχει ζωή, ότι ο ουρανός έχει αστέρια και ότι οι πολεμιστές πολεμούν γιατί αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Η ζωή θα είναι μια γιορτή, ένα μεγάλο πανηγύρι, γιατί είναι πάντα και μόνο η στιγμή που ζούμε». Ανακαλύπτει την αγάπη. «...το μόνο που υπάρχει εκείνη τη στιγμή είναι η απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα κάτω από τον ήλιο γράφτηκαν από το ίδιο Χέρι. Το Χέρι που γεννάει την αγάπη και δημιουργεί μια δίδυμη ψυχή για τον κάθε άνθρωπο που εργάζεται, ξεκουράζεται και ψάχνει θησαυρούς κάτω από τον ήλιο. Γιατί χωρίς αυτό, τα όνειρα της ανθρώπινης φύσης δε θα είχαν κανένα νόημα...όπου είναι η καρδιά σου εκεί είναι ο θησαυρός σου...η καρδιά του βάλθηκε να του διηγείται τα πράγματα της ψυχής του Κόσμου. Του είπε ότι κάθε ευτυχισμένος άνθρωπος κουβαλούσε το Θεό μέσα του. Και ότι την ευτυχία μπορούμε να τη βρούμε σ’ένα απλό κόκκο άμμου της ερήμου...δυστυχώς λίγοι είναι εκείνοι που ακολουθούν τον δρόμο που είναι χαραγμένος για αυτούς, το δρόμο του Προσωπικού Μύθου της ευτυχίας. Νοιώθουν τον κόσμο σαν κάτι το απειλητικό και γι’ αυτό γίνεται ο κόσμος κάτι το απειλητικό...Πάντα πριν πραγματοποιήσει ένα όνειρο, η Ψυχή του Κόσμου αποφασίζει να ελέγξει τι μαθεύτηκε κατά την πορεία. Και αυτό, όχι επειδή είναι κακιά, αλλά για να μπορέσουμε, μαζί με το όνειρό μας, να κάνουμε κτήμα και αυτά που μάθαμε κατά την πορεία μας προς τα εκεί. Αυτή είναι η στιγμή που οι περισσότεροι άνθρωποι τα παρατάνε. Είναι αυτό που στη γλώσσα της ερήμου το λέμε: Να πεθάνεις από δίψα, ενώ οι φοινικιές φαίνονται πια στον ορίζοντα...Μια αναζήτηση αρχίζει πάντα με την τύχη του πρωτάρη. Και τελειώνει πάντα με τη δοκιμασία του κατακτητή...η πιο σκοτεινή ώρα ήταν εκείνη πριν από την  ανατολή». «Όταν έχουμε τους μεγάλους θησαυρούς μπροστά μας, δεν το παίρνουμε είδηση. Και ξέρεις γιατί; Γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε θησαυρούς». «Όποιος επεμβαίνει στον Προσωπικό μύθο των άλλων ποτέ δε θα ανακαλύψει το δικό του». «Ο αλχημιστής ζήτησε τσάι από ένα πολεμιστή και έχυσε λίγο πάνω στους καρπούς του αγοριού. Ένα κύμα ηρεμίας απλώθηκε στο σώμα του, ενώ ο αλχημιστής του έλεγε λόγια που εκείνο δεν μπορούσε να καταλάβει. Να μην παραδοθείς στην απελπισία, είπε αλχημιστής με μια παράξενη γλυκιά φωνή. Αυτό σ’ εμποδίζει να μιλήσεις με την καρδιά σου...Όποιος ζει τον Προσωπικό Μύθο του ξέρει ό,τι χρειάζεται να ξέρει. Μόνο ένα πράγμα καταντά απραγματοποίητο όνειρο: ο φόβος της αποτυχίας». «Οι αλχημιστές το κάνουν αυτό. Δείχνουν ότι, όταν προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι απ’ ότι είμαστε, τα πάντα γύρω μας γίνονται επίσης καλύτερα...Εμείς είμαστε εκείνοι που τροφοδοτούμε τη Ψυχή του Κόσμου και η γη που ζούμε θα είναι καλύτερη ή χειρότερη , αν εμείς είμαστε καλύτεροι ή χειρότεροι. Εκεί μπαίνει τότε η δύναμη της αγάπης, γιατί όταν αγαπάμε, επιθυμούμε πάντα να γίνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε».

Απολαμβάνοντας το ταξίδι και τις γνώσεις που κερδίζει, θα φθάσει τελικά στις πυραμίδες της Αιγύπτου όπου θα ανακαλύψει ότι ο θησαυρός που ψάχνει βρίσκεται εκεί από όπου ξεκίνησε, πίσω στην Ανδαλουσία. Το ταξίδι του θα διακοπεί πολλές φορές. Βρίσκει όμως κουράγιο στα λόγια ενός σοφού γέροντα όταν πρωτοξεκίνησε: «Όταν θέλεις πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να τα καταφέρεις». «Είχε όμως φτάσει μέχρι το θησαυρό του και ένα έργο μόνο τότε είναι ολοκληρωμένο, όταν φτάνουμε στο στόχο μας».

Tuesday, September 11, 2012

David Baldacci, The Sixth Man, 2011


This is a conspiracy thriller about how the organisation of the security of the US might have changed after 9/11, in order to prevent similar attacks. It highlights how security has expanded into a multibillion cutthroat competition industry with too much power, secrecy and no transparency. Out of control “independent” contractors and politicians with ruthless ambition, provide the additional elements for a very dangerous mix. The acceptance of collateral damage and innocent human sacrifice is no obstacle to achieving their ends.  The real problem is no longer the lack of intelligence data. It is rather the availability of too much data.  Only the best of minds can come through this information overload and connect the dots of seemingly unrelated events, making sense out of chaos. Some superiority in technology, eyes in the sky and communication scrambling, proves essential for anyone wishing to survive.

Roy with his eidetic memory can fulfil the role of the perfect analyst. His successes make him a threat that has to be eliminated by any means. He works for the E-Program. The E does not stand for eidetic.  The E stands for Ecclesiastes. “One underlying philosophy in Ecclesiastes is that the individual can find truth by using his powers of observation and reason instead of blindly following tradition.  You acquire wisdom and focus that wisdom to figure out the world on your own…The world is complicated, so people seek complicated solutions. And there’s nothing wrong with that because simple answers don’t usually work. But sometimes the answers are simple and people still refuse to see them.”

This is the kind of book that makes the reader realise that if any of these could be true, a novel would be the only way to make it public. This novel will make an excellent movie.

Wednesday, August 22, 2012

Σταύρος Ζένιος, Δημιουργική Κύπρος – Πολιτική μεταρρύθμιση για την Κύπρο του 21ου αιώνα, 2012


Το βιβλίο αυτό αφορά τις προτάσεις του Σταύρου Ζένιου, καθηγητή οικονομικών και τέως πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου, αναφορικά με την πολιτική μεταρρύθμιση που οραματίζεται για την Κύπρο. Ο συγγραφέας επαναλαμβάνει στο βιβλίο αυτό τη λέξη «μεταίχμιο» ή παράγωγά της τουλάχιστον 70 φορές, υπογραμμίζοντας την κρισιμότητα των καιρών και την αλλαγή της γενικής τάσης από το θετικό στα αρνητικό στα πλείστα οικονομικά και πολιτικά κριτήρια που χρησιμοποιεί.

Ο συγγραφέας αρχίζει το βιβλίο του ασκώντας κριτική στο πολιτικό σύστημα: «Τα κεκτημένα συμφέροντα, οι αναχρονιστικές νοοτροπίες, φοβίες και ανασφάλειες, η δειλία μπροστά στο πολιτικό κόστος έδειξαν το άσχημο πρόσωπό τους». Την ίδια στιγμή απουσιάζει η αυτοκριτική για τη δημιουργία και λειτουργία τριών κρατικών πανεπιστημίων που προσφέρουν «δωρεάν» τριτοβάθμια εκπαίδευση χρηματοδοτούμενα σχεδόν αποκλειστικά από τους φορολογουμένους, συνεισφέροντας με το δικό τους τρόπο στα δημοσιονομικά ελλείμματα, στο δημόσιο χρέος και «στη συνεχή μεγέθυνση του δημόσιου τομέα χωρίς να λαμβάνει υπόψη της δυνατότητες της οικονομίας». Ο συγγραφέας νοιώθει περήφανος γιατί το Πανεπιστήμιο Κύπρου έθεσε ψηλά κριτήρια εισδοχής για τη νεοσύστατη πολυτεχνική σχολή ή ότι καινοτόμησε υιοθετώντας διεθνή κριτήρια εισδοχής φοιτητών. Αποσιωπά, όμως, το γεγονός ότι ενώ κάποιοι έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν με κρατική δαπάνη με βαθμολογίες εισδοχής στη φιλοσοφική σχολή με 3/20, κάποιοι άλλοι στερούνται ευκαιριών και απορρίπτονται από τη νομική ή άλλα προγράμματα με 19/20. Συχνά αποδίδει τα προβλήματα της πολιτείας σε αναχρονιστικές συμπεριφορές, αγνοώντας ότι οι συμπεριφορές αυτές επαναλαμβάνονται και στο πανεπιστήμιο. Σίγουρα χρειάζεται θάρρος μπροστά στα κεκτημένα συμφέροντα, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας. Τα κεκτημένα συμφέροντα όμως, δυστυχώς, συμπεριλαμβάνουν και τους πολύ σύγχρονους και πρόσφατους πανεπιστημιακούς. Ποιες είναι πραγματικά «οι ευκαιρίες που έχουν οι πολίτες να αναπτύξουν τις ικανότητές τους για να ζήσουν τη ζωή που οι ίδιοι θεωρούν ότι έχει αξία» όταν αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο Κύπρου, σε σχέση με τα πανεπιστήμια από τα οποία αποφοίτησε ο κ. Ζένιος; Τα ανώτατα κρατικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας «επενδύουν» σχεδόν €300 εκατομμύρια ετήσια προσφέροντας εκπαίδευση σε λιγότερους από 10,000 φοιτητές ανά πάσα στιγμή. Εάν το κράτος αποφάσιζε να παραχωρήσει υποτροφίες ύψους €30,000 ανά έτος σε 10,000 φοιτητές, αντί «δωρεάν» φοίτηση στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, το ΤΕΠΑΚ κτλ, αυτοί θα επέλεγαν να φοιτήσουν στα κρατικά Πανεπιστήμια της Κύπρου;  Όταν ο τόπος βασανίζεται από οικονομική κρίση και ανεργία είναι σε θέση οι νέοι επιστήμονες απόφοιτοι να δημιουργούν τις δικές στους επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας; Εάν ο τέως Πρύτανης μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, τότε ίσως θα μπορούσε να δώσει την ελπίδα στον αναγνώστη ότι το ίδρυμα το οποίο επευφημεί ως νησίδα καλοδιαχείρισης, ανάμεσα σε ένα πέλαγος κεκτημένων συμφερόντων, αναχρονιστικών νοοτροπιών, πολιτικής δειλίας, διαφθοράς και ανευθυνότητας, αποτελεί όντως μέρος των λύσεων, της δημιουργικής Κύπρου, και όχι μέρος των προβλημάτων και του κατεστημένου.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι με τη σωστή ανάλυση και όραμα μπορούμε να σχεδιάσουμε ένα καλύτερο μέλλον για μας και τα παιδιά μας. «Για να χαράξουμε μια νέα πορεία πρέπει να ξεχωρίσουμε αυτά που θέλουμε από αυτά που χρειαζόμαστε...Πρέπει να ακολουθήσουμε χωρίς δισταγμούς μια πορεία δέσμευσης σε στόχους...Έχουμε θέσει τις βάσεις για να σχεδιάσουμε οικονομία που να είναι δίκαιη και βιώσιμη...Χρειαζόμαστε υποδομή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αντί για μεγαλύτερο οδικό δίκτυο, ανάπτυξη των πανεπιστημίων και της δημόσιας υγείας αντί για οικιστικές μονάδες φθηνού τουρισμού, ορθολογική πολιτική κοστολόγησης των περιορισμένων υδατικών πόρων αντί για δημιουργία περισσότέρων μονάδων αφαλάτωσης...Χρειαζόμαστε και εδώ θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Μία ανεξάρτητη Αρχή Διαχείρισης Δημόσιων Οργανισμών». Παράλληλα διαπιστώνει ότι «επικρατεί η τέχνη της πολιτικής λοξοδρομίας, της ικανότητας δηλαδή να μην παίρνεις σαφή θέση και παρόλα αυτά να επιβιώνεις ωραιότατα».  Στην ερώτηση μεγαλύτερο ή μικρότερο κράτος ο καθηγητής απαντά καλύτερο κράτος. Όμως, η απάντηση αυτή, στη συγκεκριμένη ερώτηση, δεν αποτελεί πολιτική λοξοδρομία;  Ο υπόλοιπος κόσμος γιατί βασανίζεται και προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα;

Ο καθηγητής προτείνει, μεταξύ άλλων, ότι τα συστήματα διαχείρισης ποιότητας μπορούν να βοηθήσουν τη δημόσια υπηρεσία να βελτιώσει τις υπηρεσίες που προσφέρει. Φαίνεται όμως να παραβλέπει ότι μία βασική αρχή του ελέγχου ποιότητας είναι ο έλεγχος της διαδικασίας αντί του τελικού προϊόντος. Υποστηρίζει ότι η δημόσια υπηρεσία λανθασμένα δίνει έμφαση στις διαδικασίες αντί στην εξυπηρέτηση του πολίτη ως και αυτά τα δύο να αποτελούν αμοιβαία αποκλειόμενες επιλογές. 

Τα συμπεράσματα δεν απορρέουν από την ανάλυση που προηγείται. Συχνά φαίνεται να υποπίπτει στην πλάνη της ψευδούς αιτίας, αποδίδει δηλαδή σχέση αιτίου αποτελέσματος σε διάφορες σχετιζόμενες παραμέτρους χωρίς κάτι τέτοιο να τεκμηριώνεται.  Η παράθεση της διαφοράς μεταξύ κάποιων στατιστικών δεικτών της Κύπρου με κάποιο μέσο όρο ή κατάταξη της Ευρώπης αφήνεται να αποτελεί κάτι θετικό ή αρνητικό ως και εάν η Κύπρος θα έπρεπε να θέσει ως στόχο να συγκλίνει με κάποιο μαγικό δείκτη ή μέσο όρο. «Αν συγκρίνουμε τους δικούς μας δείκτες με το τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη θα διαπιστώσουμε υστέρηση...Κρίσιμος παράγοντας για την πρόοδο της οικονομίας είναι η διασύνδεση με τη γνώση και τις τεχνολογίες. Εδώ οι επιδώσεις μας έχουν μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Όσο αφορά τις επενδύσεις στην έρευνα και τη τεχνολογική ανάπτυξη βρισκόμαστε στην τελευταία θέση με διαφορά , μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Ο μέσος όρος επενδύσεων στην Ε.Ε....».  Ο συγγραφέας δεν ασχολείται με βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από τις θέσεις του. Οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη αποτελούν το αίτιο, το αποτέλεσμα ή απλά συσχετισμένη παράμετρο της οικονομικής προόδου; Εάν υιοθετήσουμε μία στρατηγική απομίμησης των χωρών της Ε.Ε. σε μια προσπάθεια σύγκλισης των διαφόρων δεικτών η Κύπρος θα έχει καλύτερες ή χειρότερες οικονομικές επιδώσεις και γιατί; Τα μικρά μεγέθη της Κύπρου και των επιχειρήσεών της συνάδουν με μία στρατηγική απομίμησης των μεγάλων και ανεπτυγμένων χωρών της Ε.Εν.; Η διαφοροποίηση της Κύπρου από τις υπόλοιπες χώρες μπορεί να οδηγήσει στην οικονομική πρόοδο; Η διαφορά από μόνη της μπορεί να αποτελεί χαρακτηριστικό, χωρίς να αποτελεί κατ'ανάγκη κάτι θετικό ή αρνητικό;

Συχνά αποδίδει εξηγήσεις που αποτελούν ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας: «Οι αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής όπου θα κτίζονταν οι μονάδες {αφαλάτωσης} οδήγησαν στη ματαίωση του έργου...η ένταξη της χώρας μας στην ευροζώνη ήταν μια μεγάλη επιτυχία που προέκυψε από τη συνέπεια της οικονομικής πολιτικής...Είδαμε τις αγορές να μεθούν από την υπερβολική ελευθερία και να προκαλούν την παγκόσμια κρίση του 2008...Η υπερβολική συσσώρευση ανενεργού πλούτου οδηγεί σε ύφεση και χαμηλές αποδόσεις του συσσωρευμένου πλούτου...οι πολιτικές δυνάμεις προτιμούν να ακολουθούν τον σίγουρο δρόμο των δογματισμών, παρά να έχουν ως στόχο την αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων[1]...Σκεφτείτε για παράδειγμα, την παρουσία σημαντικού αριθμού ξένων εργατών στη χώρα μας. Αυξάνουν την παραγωγικότητα της οικονομίας, ταυτόχρονα όμως δημιουργούν κοινωνικά προβλήματα γκετοποίησης και αποκλεισμού...Οι φυσικοί πόροι – νερό, πετρέλαιο, ορυκτά μεταλλεύματα, καλλιεργήσιμη γη – εξαντλούνται...Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία περιόρισε το κράτος επιτρέποντας στον ατομικισμό των αγορών να φθάσει στα άκρα και να προκαλέσει πρωτοφανείς οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές κρίσεις...Χρειαζόμαστε ένα ριζοσπαστικό κέντρο...Δεν μπορεί να εξαντλήσουμε, για παράδειγμα, όλες τις φυσικές μορφές ενέργειας και να αφήσουμε τις επόμενες γενιές χωρίς ενέργεια...Δεν επιτρέπεται να καταστρέψουμε όλες τις ομορφιές της φύσης και να αφήσουμε στα παιδιά μας ένα σκουπιδότοπο...Αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν να αντιμετωπίσουν αυτές τις περιβαλλοντικές κρίσεις θα μπορούσαν να επενδύσουν τα χρήματα στη βελτίωση των νοσοκομείων, επέκταση των πανεπιστημίων...Μπορούμε να τα καταφέρουμε ή θα ακολουθήσουμε την αυτοκαταστροφική πορεία των Μάγια και των άλλων πολιτισμών;...Ο περιβαλλοντικός προγραμματισμός είναι μακροχρόνιος και αποτελεί διαχρονική συνέπεια. Δεν υπάρχει πολυτέλεια για προσαρμογές με τις εναλλαγές κυβερνήσεων...Αν μια κοινωνία ανέργων βγουν με τα αυτοκίνητα στους δρόμους προκαλώντας μποτιλιάρισμα, το ΑΕΠ θα ανέβει...Κάθε αυτοκίνητο που κυκλοφορεί σε ώρα αιχμής μας προξενεί κοινωνικό κόστος μέχρι και 1,30 Ευρώ ανά χιλιόμετρο..Σκεφτείτε λοιπόν τις εξοικονομήσεις όταν θα μπορούν να παίρνουν το τραμ...Επομένως, καθώς επιδιώκουμε πολιτικές που να είναι περιβαλλοντικά αποδοτικές δημιουργούμε θέσεις εργασίας...Οι κύριες αδυναμίες της κυπριακής οικονομίας μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: στο υψηλό κόστος δημοσίων δαπανών...Η πυκνότητα οδικού δικτύου θεωρείται θετικό χαρακτηριστικό για την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Εμείς έχουμε υπερδιπλάσια από άλλες ευρωπαϊκές χώρες γεγονός που πρέπει να μας προβληματίσει...Τα θέματα ενέργειας είναι στο επίκεντρο των οικονομικών σχεδιασμών. Δεν μπορεί να θεωρούνται παράρτημα του Υπουργείου Εμπορίου αφημένα σε χαμηλόβαθμους δημόσιους λειτουργούς, όσο ικανοί και να είναι...Όταν πέραν των μισών νέων μας σπουδάζουν στο εξωτερικό τότε εκχωρούμε μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα σε άλλους...οι νέοι μας λένε ότι σύνδεσμοι και οργανώσεις δεν τους ενδιαφέρουν διότι βρίσκονται υπό τον έλεγχο πολιτικών κομμάτων».

Η ανάλυση των ιστορίας αφήνει αναπάντητα ερωτηματικά. «Η αύξηση των χωριών με μεικτό πληθυσμό επιβεβαιώνει την ειρηνική συνύπαρξη των κοινοτήτων: 172 μικτά χωριά καταγράφει η απογραφή του 1832, το 1858 αυξάνονται σε 239 και το 1891 σε 346». Ο συγγραφέας προχωρεί σε ένα συμπέρασμα λόγω της αύξησης των μικτών χωριών. Γιατί δηλαδή το συμπέρασμα να μην είναι ότι η αύξηση των χωριών με μικτό πληθυσμό επιβεβαιώνει την αυξημένη καταπίεση των χριστιανικών πληθυσμών και τον εποικισμό της Κύπρου από τους Οθωμανούς; Άλλωστε, πως είναι δυνατόν η αυξημένη ειρηνική συνύπαρξη να οδήγησε στους βαλκανικούς πολέμους και στη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας; Όλοι οι άλλοι δηλαδή επαναστατούσαν ενώ οι Κύπριοι αύξαναν τα μεικτά χωριά λόγω ειρηνικής συνύπαρξης; Εάν το πρόβλημά τους ήταν ουσιαστικά η κακή διοίκηση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, γιατί οι επαναστάσεις δεν οδήγησαν στην Οθωμανική Δημοκρατία, στο μοντέλο ας πούμε της Γαλλικής επανάστασης; Ο συγγραφέας πέφτει τελικά στην παγίδα για την οποία ο ίδιος προειδοποιεί: «Να βλέπουμε το παρελθόν μας κριτικά είναι δείγμα ωριμότητας και καλλιεργημένου στοχασμού. Να θεωρούμε την ισχύουσα αφήγηση του παρελθόντος ως θέσφατο, είναι δείγμα δογματισμού και στενών οριζόντων.» Αυτά όμως πρέπει να ισχύουν και για τις δικές μας αφηγήσεις, όχι μόνο για εκείνες με τις οποίες εμείς διαφωνούμε!

Συχνά πέφτει και στην παγίδα του τοξικού λόγου για τον οποίο ο ίδιος προειδοποιεί: «Η συζήτηση όμως αποκάλυψε σοβαρά ελλείμματα αξιών τα οποία μια δημιουργική κοινωνία οφείλει να καλύψει...Πατριωτισμός είναι να αναδείξουμε το Κοινοβούλιο μας ως μέρος όπου τα εθνικά θέματα λύνονται για χάρη του κοινού καλού και όχι προς όφελος πολιτικών τακτικισμών, ιδεολογικών δογματισμών ή λόγω δειλίας μπροστά στο πολιτικό κόστος...Ο δάσκαλος που απέχει από τις σχολικές γιορτές διαμαρτυρόμενος για τα οικονομικά μέτρα δεν δείχνει πατριωτισμό – αποκαλύπτει εγωκεντρισμό...»

Το βιβλίο είναι γεμάτο σοφές κουβέντες από διάφορες πηγές. Κάποιες καθιερωμένες αρχές της οικονομικής επιστήμης παρουσιάζονται ως σκέψεις  του συγγραφέα. «Χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό κινήτρων, τα διευθυντικά στελέχη δεν ενδιαφέρονται για τους μετόχους αλλά για το όφελος της διεύθυνσης...Οι αγορές δεν είναι σε θέση να προσφέρουν δημόσια αγαθά...Ισότητα ευκαιριών και όχι ισότητα αποτελεσμάτων είναι το ζητούμενο». Το βιβλίο αγνοεί τον υπέρμαχο του φιλελευθερισμού  Milton Friedman ή τον πρωτοπόρο των οικονομικών Adam Smith. Ο καθηγητής φαίνεται να παραβιάζει με τον τρόπο αυτό μία βασική αρχή της επιστήμης που καθιερώθηκε από τον Αριστοτέλη εδώ και 2500 σχεδόν χρόνια: «Ο επιστήμονας λειτουργεί ερευνητικά και επαγωγικά...συλλέγει κάθε είδους παρατηρήσεις και εμπειρικά δεδομένα τα οποία δεν έχει δικαίωμα να παραβλέψει». Εάν η μέθοδος έρευνας είναι να αναφέρουμε τις κουβέντες που είπαν διάφοροι στοχαστές για κάποιο θέμα για να υποστηρίξουμε τα επιχειρήματά μας, τότε θα πρέπει να αναφέρουμε και την αντίθετη άποψη κάποιων άλλων, εξίσου σημαντικών στοχαστών.

Το βιβλίο αναπτύσσει και θέσεις επί του Κυπριακού προβλήματος. Ο καθηγητής φαίνεται να πιστεύει ότι η Κύπρος είναι σε θέση να αναπτύξει πολύ περισσότερες πρωτοβουλίες.

Ο καθηγητής Ζένιος σωστά διαπιστώνει ότι «η τέχνη της διακυβέρνησης μιας κοινωνίας προκύπτει από τη βαθιά κατανόηση των κοινωνικών, πολιτικών, και οικονομικών φαινομένων και ασκείται με γενικές αρχές στέρεα θεμελιωμένες στις μεγάλες ιδέες της εποχής».  Δεν έχω πεισθεί από το βιβλίο αυτό ότι ο ίδιος κατέχει αυτή τη βαθιά κατανόηση. Διακηρύττει τον ορθολογισμό και την αναζήτηση της αλήθειας. Δεν έχω πεισθεί ότι στο βιβλίο του ο ίδιος ακολουθεί τις διακηρύξεις του. Ο καθηγητής Ζένιος φαίνεται να είναι ένας πολύ διαβασμένος άνθρωπος. Το ερώτημα που προκύπτει είναι, αν όχι με το διάβασμα και την εμπειρία στο φιλελεύθερο και πλουσιοπάροχο περιβάλλον της ακαδημαϊκής κοινότητας, πως μπορεί κάποιος να αποκτήσει πραγματικά τη βαθιά κατανόηση ώστε να επιδοθεί με επιτυχία στην τέχνη της διακυβέρνησης;



[1] Εάν οι πολιτικές δυνάμεις στην Κύπρο ακολουθούσαν πραγματικά τις δογματικές αντιλήψεις τους τότε με την εναλλαγή εξουσίας θα είχαμε την ελπίδα για μια διαχρονικά καλύτερη οργάνωση και προγραμματισμό επί αριστερών κυβερνήσεων και, λιγότερο κράτος και περισσότερη ελεύθερη αγορά επί δεξιών, πράγματα που θα οδηγούσαν σε μια συνεχή βελτίωση των θεσμών. Πολύ φοβούμαι ότι το πρόβλημα στην Κύπρο είναι ότι οι ιδεολογίες παραμένουν συνθήματα, χωρίς οι αριστεροί να είναι πραγματικά αριστεροί αλλά ούτε και οι δεξιοί πραγματικά δεξιοί.